H ελληνική γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και αποτελεί ένα ξεχωριστό παρακλάδι της.
Η ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιείται σήμερα προέρχεται άμεσα από την γλώσσα του Ομήρου και της γραμματείας της Κλασικής Ελλάδας, έχει ωστόσο αλλάξει ριζικά μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στην εξέλιξη των ιστορικών συνθηκών. Τα αρχαιότερα γραπτά μνημεία της ελληνικής γλώσσας χρονολογούνται τον 15ο αιώνα π.Χ. με τα δείγματα της Γραμμικής Γραφής Β΄ - της συλλαβικής γραφής που χρησιμοποιούνταν στον μυκηναϊκό κόσμο από τον 15ου ως τον 13ο αιώνα π.Χ. - αλλά και με την πλούσια γραμματεία που γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα ήδη από την 1η χιλιετία π.Χ.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα υπήρχε με τη μορφή διαφορετικών διαλέκτων, όπως η αιολική, η αρκαδική, η δωρική, η κυπριακή και η ιωνική, που χρησιμοποιούνταν σε διαφορετικά σημεία του ελλαδικού χώρου. Η καθεμία από αυτές τις αρχαίες διαλέκτους είχε ξεχωριστή επίδραση στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, ωστόσο αυτή που έμελλε να έχει τη μεγαλύτερη επίδραση ήταν αυτή που ομιλούνταν στην πολιτισμικά κυρίαρχη Αθήνα, η Αττική διάλεκτος.
Με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου του Μέγα (περίπου 336-323 π.Χ) η Αττική διάλεκτος υπέστη ριζικούς μετασχηματισμούς. Η ελληνική γλώσσα, και η ελληνική κουλτούρα γενικότερα, επεκτάθηκε στις κατακτημένες από τον Αλέξανδρο περιοχές της Ανατολής και καθιερώθηκε ως η εμπορική και διοικητική γλώσσας της εποχής, συνυπάρχοντας με πολλές τοπικές γλώσσες. Η ελληνική υιοθετήθηκε ως δεύτερη γλώσσα από τους ντόπιους πληθυσμούς αυτών των περιοχών και τελικά μετεξελίχθηκε σε αυτό που ονομάστηκε Ελληνιστική Κοινή ή Κοινή Ελληνική. Η Ελληνιστική Κοινή επέφερε σημαντικές αλλαγές στο λεξιλόγιο, στην προφορά και στη γραμματική με κάποιες από αυτές τις αλλαγές να διατηρούνται ως και σήμερα στη σύγχρονη Ελληνική γλώσσα. Οι ιστορίες του Πολύβιου, οι λόγοι του Επίκτητου και η Χριστιανική Καινή Διαθήκη είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της Κοινής Ελληνικής γλώσσας.
Η Ελληνιστική Κοινή έγινε αργότερα και η επίσημη γλώσσα, η lingua franca, σε ολόκληρο το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της Βυζαντινής που τη διαδέχθηκε.
Με την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημη γλώσσα της απελευθερωμένης Ελλάδας το 1830, υπάρχουν στη χώρα δυο διαφορετικές εκδοχές. Η δημοτική, η γλώσσα που χρησιμοποιούνταν για την λογοτεχνία και τον καθημερινό λόγο και η καθαρεύουσα, η γλώσσα του κράτους, του νόμου, της ιατρικής, της εκπαίδευσης και του Τύπου. Tα ποιήματα του εθνικού ποιητή της Ελλάδας, Διονυσίου Σολωμού, και τα απομνημονεύματα του στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Μακρυγιάννη είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της χρήσης της δημοτικής γλώσσας στη λογοτεχνία. Ο κορυφαίος Έλληνας συγγραφέας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε στην καθαρεύουσα την οποία ωστόσο ανέμιξε με στοιχεία του τοπικού του ιδιώματος, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό ύφος. Ένας άλλος σπουδαίος Έλληνας λογοτέχνης, ο Νικόλαος Καζαντζάκης, προσέδωσε στη δημοτική μια πληθωρική εκφραστικότητα, δημιουργώντας πολλές νέες λέξεις για να περιγράψει σκηνές και στοιχεία της ελληνικής ζωής.
Το 1976 η ελληνική κυβέρνηση υιοθέτησε τη δημοτική ως την επίσημη γλώσσα, η οποία ωστόσο έχει ενσωματώσει και στοιχεία της καθαρεύουσας.
Σήμερα η ελληνική γλώσσα είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και μία από τις δυο επίσημες γλώσσες της Κύπρου. Η ελληνική γλώσσα επιβιώνει όμως και στις μεγάλες κοινότητες των Ελλήνων και των Κυπρίων που ζουν σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, όπως στην Αυστραλία, στις Η.Π.Α. ή στη Μεγάλη Βρετανία.
Η ελληνική γλώσσα έχει επηρεάσει εκατοντάδες γλώσσες του κόσμου. Το 12% περίπου της αγγλικής γλώσσας αποτελείται από λέξεις που προέρχονται από την ελληνική. Η ελληνική γλώσσα αποτελεί κυρίως τη βάση για χιλιάδες όρους που χρησιμοποιούνται στις επιστήμες, στα μαθηματικά, στην τεχνολογία.
Η ελληνική γλώσσα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ακρίβεια, εκφραστικότητα και ελαστικότητα, αλλά και από μια συνθετική ικανότητα και παραγωγικότητα που της επιτρέπει να προσαρμόζεται και να εξελίσσεται δημιουργικά ανάλογα με τις ανάγκες του ομιλητή ή του συγγραφέα.

Σχετικοί Κόμβοι